Κυριακη.
Στις 6 το πρωι αφησα το κουτσουβελακι στον σταθμο του Μαιντς. Εφυγε εκδρομη στο Βερολινο με το σχολειο της. Στην επιστροφη ξημερωνε, αφησα ανοιχτα τα παραθυρα μετα το τελους του τσιγαρου κι ας ειχε μονο 11 βαθμους. Οσο μεγαλωνει τοσο περισσοτερο την απολαμβανω. Ανυπομονω να επιστρεψει την Τεταρτη να μου πεις πως περασε.
Στο σπιτι ειχα τοσα πολλα στο νου μου να κανω. Τιποτα. Με πηρε ο υπνος καμια ωρα στον καναπε και χασομερω εκτοτε στο κινητο. Μεσημεριασε. Εβγαλα να ξεπαγωσω το κρεας και πηρα το λαπτοπ να διαβασω τα γερμανικα μου.
Νιωθω ασχημα οταν περναει ετσι ολη η μερα χωρις να εχω κανει τιποτα. Τζαμπα ζωη. Μην πεις το ειχα αναγκη. Δεν το ειχα. Μια χαρα ξεκουραστη ημουν.
Ψαχνω μια φθινοπωρινη λιστα με μουσικη, να μου κανει παρεα γραφοντας τις ασκησεις μου.